Old Boy
ΑΝΑΒΑΛΕ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΟΥ, ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΙΣΤΟΡΙΕΣ, ΑΜΑΡΤΙΕΣ & ΜΕΓΑΛΑ ΛΑΘΗ («Οι σχολιαστές σημειώνουν σ' αυτό το χωρίο: Η ορθή αντίληψη ενός ζητήματος και η παρανόηση ενός ζητήματος δεν αποκλείονται αμοιβαίως». Φραντς Κάφκα, "Η Δίκη").
Σάββατο, Νοέμβριος 21, 2009
Πέμπτη, Νοέμβριος 19, 2009
Σου οφείλονται
Πριν δυο Κυριακές στη Λιβαδειά διάφοροι μαντράχαλοι σηκώνονται διαρκώς μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες. Τα κεφάλια τους κρύβουν το γήπεδο. Το φαινόμενο προξενεί πληθώρα αγανακτισμένων κι απαξιωτικών σχολίων.Το χορτάρι στο ΟΑΚΑ είναι σαν να το 'χουν φάει ακρίδες. Το φαινόμενο αντιμετωπίζεται με σχετική αδιαφορία.
Ο χώρος μπροστά στις κάμερες είναι πιο σημαντικός απ' το γρασίδι, ο χώρος που αφορά τον τηλεθεατή είναι πιο σημαντικός από τον χώρο που αφορά τον ποδοσφαιριστή.
Μολονότι δημοσιογράφοι και φίλαθλοι δεν στραβώνουν με την κατάσταση των αγωνιστικών χώρων η απαίτηση για θέαμα επανέρχεται διαρκώς στις συζητήσεις τους.
Αναρωτιέμαι αν άλλος λαός στις ποδοσφαιρικές του κουβέντες επαναφέρει τόσο συχνά τη λέξη «θέαμα». Χωρίς να ξέρω, θα μπορούσα να φανταστώ πως όχι, ακριβώς επειδή το πιθανότερο είναι πως πουθενά αλλού το ποδόσφαιρο δεν είναι τόσο απόλυτα επικεντρωμένο στο αποτέλεσμα, ακριβώς επειδή το πιθανότερο είναι πως οπουδήποτε αλλού οι έννοιες θέαμα και αποτέλεσμα δεν αντιμετωπίζονται ως δίπολο, αλλά ως το ένα που φέρνει το άλλο: προσπαθείς να δημιουργήσεις περισσότερες φάσεις από τον αντίπαλό σου, με στόχο όχι κάποια αφηρημένη αισθητική ωραιότητα, αλλά για να τον κερδίσεις.
Παρόλη την θεαματολογία η Εθνική ξενέρωσε τον κόσμο όταν άρχισε να χάνει. Το «τα τρια σέντερ μπακ μας θα αλλάζουν πάσες μέχρι να βγάλει ο ήλιος κέρατα» στο ματς του περσινού Euro με τη Σουηδία μάς εντυπώθηκε επειδή το χάσαμε τελικά το ματς. Αν θεωρήθηκε επιτυχία που πήγε 40.000 κόσμος στο ματς με την Ουκρανία σε ένα ματς που άλλες εποχές θα έκανε sold out από τη δεύτερη μέρα, δεν είναι επειδή ο κόσμος κουράστηκε από το μη ποδόσφαιρο της Εθνικής, αλλά επειδή έχοντας δει τα σημάδια της αποσύνθεσης το προηγούμενο διάστημα δεν πίστευε πώς θα περάσουμε.
Μα αν είναι έτσι, γιατί μουρμουράμε διαρκώς για θέαμα και σε σχέση με την Εθνική και σε σχέση με το Πρωτάθλημα; Η απάντηση είναι ότι η σχολή της μουρμούρας, της απαξίωσης, του μηδενισμού, του «Έλα μωρέ τώρα, δεν υπάρχει ποδοσφαιριστής τάδε» δεν δημιουργήθηκε από το Γιώργο Γεωργίου. Ο Γεωργίου έγινε αυτός που έγινε ακριβώς επειδή εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο μια προϋπάρχουσα ανάγκη, επειδή ικανοποίησε ένα εγγενές μας χαρακτηριστικό: αν όλοι οι σύγχρονοι ποδοσφαιριστές είναι τσουρούκες και άμπαλοι, τελικά αυτό σημαίνει ότι εσένα (εσένα του ακροατή) σου χρωστάνε. Σου χρωστάνε που δεν σου προσφέρουν αυτό που θα σου όφειλαν.
Γιατί εσένα σου οφείλονται τα πάντα. Είσαι ποδοσφαιρόφιλος και τα κωλόπαιδα σου οφείλουν θέαμα. Είσαι κι οπαδός και τα κωλόπαιδα σου οφείλουν αποτελέσματα (= μόνο νίκες, όχι «γκέλες», οι ισοπαλίες και οι ήττες είναι κάτι ανώμαλο). Είσαι και ακροατής και συνολικά το ποδόσφαιρο που βλέπεις σου οφείλει πολλά περισσότερα από αυτά που σου δίνει. Και παίρνεις να μοιραστείς την αηδία σου με τον Γιώργο. Πα, πα, πα.
Και στη Νότια Αφρική αν πάρεις το αποτέλεσμα θα τα λατρέψεις ξανά με όλη σου την καρδιά αυτά τα παιδιά κι αυτόν τον προπονητή. Αν δεν το πάρεις θα σιχαθεί ξανά η ψυχή σου αυτό το συνονθύλευμα των άμπαλων που καθοδηγείται από αυτό το ραμολιμέντο.
Τρίτη, Νοέμβριος 17, 2009
Η φθορά που μακιγιάρεται
Η φθορά που μακιγιάρεται προκειμένου να κρυφτεί και η φθορά που μακιγιάρεται προκειμένου να αναπαρασταθεί, η επιστημονική φαντασία και η μη επιστημονικής φαντασίας πραγματικότητα, καθώς και δυο κομμωτικά αριστουργήματα στο ελculture.Δευτέρα, Νοέμβριος 16, 2009
Η Ιστορία τη στιγμή που συμβαίνει
Την περασμένη Δευτέρα συμπληρώθηκαν είκοσι χρόνια από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, αύριο συμπληρώνονται τριάντα έξι από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Αλλά μικρή σημασία έχει ότι η επέτειος του Πολυτεχνείου δεν είναι στρογγυλή, καθώς κάθε χρόνο φροντίζουμε να την γιορτάζουμε με την ίδια ένταση. Γεγονός που θα ήταν θετικό, εάν το «μολότωφ εναντίον δακρυγόνων» δεν ήταν εξίσου και περισσότερο μαυσωλειακού πνεύματος πράγμα, μια αυτοτελής επέτειος μέσα στην επέτειο, που διατηρεί όλα τα εγγενή μειονεκτήματα των επετείων, χωρίς να προσφέρει τουλάχιστον τους υψηλούς συμβολισμούς τους. Αρκετά όμως με τις επετείους, ας μιλήσουμε λίγο για αυτό στο οποίο χρωστούν την ύπαρξή τους: την Ιστορία, τη στιγμή που συνέβη.
Τι συμβαίνει με την Ιστορία τη στιγμή που συμβαίνει; Υπό μία έννοια η Ιστορία δεν σταματά ποτέ να συμβαίνει, συμβαίνει κάθε στιγμή, έστω και αν κινείται με ανεπαίσθητα βήματα και μέσω υπόγειων διεργασιών. Κι όπως η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μια μέρα, έτσι ούτε το Τείχος ούτε η πύλη του Πολυτεχνείου δεν έπεσαν σε μια νύχτα. Για να φτάσουν να πέσουν τη νύχτα που έπεσαν (μεταφορικά το μεν, κυριολεκτικά η δε), έπρεπε να προηγηθούν χρόνια κατά τα οποία η Ιστορία συνέβαινε, ακόμη κι αν δεν ήταν πάντα τόσο φανερό ότι συμβαίνει.
Όπως ακριβώς δεν είναι τόσο φανερό ότι η Ιστορία συμβαίνει και τώρα και ότι είσαι αναπόσπαστο τμήμα της. Ότι είσαι τμήμα της ακόμα και αδρανώντας, ακόμα και μην κάνοντας τίποτα διαφορετικό από ό,τι οι υπόλοιποι. Έστω και έτσι κινείς την Ιστορία προς έναν δρόμο και όχι προς κάποιον άλλο, προς έναν δρόμο που θα οδηγήσει μετά από άγνωστο πόσο καιρό στο να πέσει το Τείχος που υπάρχει μπροστά του. Και το οποίο τώρα είτε είναι αόρατο είτε αχνοφαίνεται.
Όλοι οι δρόμοι πάνω στους οποίους σε βάζουν να πορεύεσαι, προσπαθούν να σε πείσουν πως είναι οι τελικοί δρόμοι, πως έχουν εξηγήσει τον κόσμο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και πως είναι αυτονόητο ότι πρέπει να τους ακολουθήσεις. Ένας ογδοντάχρονος ανατολικογερμανός έχει προλάβει να διδαχθεί ότι ο μόνος φυσικός δρόμος ήταν αυτός του ναζισμού, μετά αυτός του υπαρκτού σοσιαλισμού, μετά αυτός του καπιταλισμού. Έτσι θα βλέπεις τον κόσμο. Όχι, κακώς τον έβλεπες ως τώρα, έτσι πρέπει να τον βλέπεις. Κι αν οι άνθρωποι έχουν ένα γνώρισμα είναι ότι προσαρμόζονται. Και αν κάτι δεν τους πάει, αρχίζουν σιγά σιγά και αντιδρούν.
Ωστόσο, εκτός από τις πολιτικές ιδεολογίες, υπάρχουν στους λαούς και βαθύτερα χαρακτηριστικά που μπορούν να διατρέξουν όλα τα πολιτικά συστήματα. Έβλεπα στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ για το Τείχος: Ένας αξιωματούχος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας λέει ότι ήταν μάλλον αναπόφευκτη η κατάρρευση του καθεστώτος, αλλά εκείνο που τον λυπεί είναι ότι το Τείχος έπεσε όπως έπεσε εξαιτίας μιας σειράς συγκυριών και παρανοήσεων, ενώ τα πράγματα θα έπρεπε να είχαν γίνει «επαγγελματικά». Ένας αξιωματικός που ήταν στο φυλάκιο και όταν το βράδυ της 9ης Οκτωβρίου 1989 συνέρρευσαν απροσδόκητα τα πλήθη αποφάσισε να ανοίξει τα σύνορα αντί να ανοίξει πυρ, λέει ότι τελικά θεωρεί πως απέτυχε στην αποστολή του. Είχε δώσει όρκο και μην κατορθώνοντας να φυλάξει τα σύνορα δεν τον τήρησε. Και στο μυαλό μου έρχεται η σκηνή από τα «Σφραγισμένα Χείλη», όπου η δεσμοφύλακας των SS, Κέιτ Γουίνσλετ, δικάζεται ως εγκληματίας πολέμου. Μετέφερε κρατούμενες από ένα στρατόπεδο σε ένα άλλο και ένα βράδυ τις φυλούσε σε μια αποθήκη. Η αποθήκη έπιασε φωτιά, αλλά δεν τους άνοιξε. Και ο δικαστής τη ρωτά γιατί. Κι εκείνη απαντά «Μα δεν μπορούσα να τις αφήσω να το σκάσουν. Αυτή ήταν η δουλειά μου. Ήμουν υπεύθυνη για αυτές τις γυναίκες». Επαγγελματισμός κι αίσθηση του καθήκοντος.
Σε καθέ περίπτωση, όποιο δρόμο και αν παίρνει η μεγάλη Ιστορία, υπάρχει πάντα χώρος και για τις μικρές. Αντιγράφω από ένα εξαιρετικό άρθρο του Τάσου Τέλλογλου: «Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην ΛΔΓ υπήρχε εκτός από το καθεστώς και χώρος για ιδιωτική ευτυχία, όπως λέει η σημερινή καγκελλάριος Αγγέλα Μέρκελ. Δεν είναι δυνατόν όσο και να αλληλοεξαρτώνται, να ταυτίζεται η ζωή στη ΛΔ της Γερμανίας με το καθεστώς της ΛΔ της Γερμανίας. Λέει η Μέρκελ: "Γιορτάζαμε τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την πεντηκοστή και είχαμε τσακωμούς, θυμό και αντιπαραθέσεις στις οικογένειές μας και χαρά και απόλαυση…"».
Τι συμβαίνει με την Ιστορία τη στιγμή που συμβαίνει; Υπό μία έννοια η Ιστορία δεν σταματά ποτέ να συμβαίνει, συμβαίνει κάθε στιγμή, έστω και αν κινείται με ανεπαίσθητα βήματα και μέσω υπόγειων διεργασιών. Κι όπως η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μια μέρα, έτσι ούτε το Τείχος ούτε η πύλη του Πολυτεχνείου δεν έπεσαν σε μια νύχτα. Για να φτάσουν να πέσουν τη νύχτα που έπεσαν (μεταφορικά το μεν, κυριολεκτικά η δε), έπρεπε να προηγηθούν χρόνια κατά τα οποία η Ιστορία συνέβαινε, ακόμη κι αν δεν ήταν πάντα τόσο φανερό ότι συμβαίνει.
Όπως ακριβώς δεν είναι τόσο φανερό ότι η Ιστορία συμβαίνει και τώρα και ότι είσαι αναπόσπαστο τμήμα της. Ότι είσαι τμήμα της ακόμα και αδρανώντας, ακόμα και μην κάνοντας τίποτα διαφορετικό από ό,τι οι υπόλοιποι. Έστω και έτσι κινείς την Ιστορία προς έναν δρόμο και όχι προς κάποιον άλλο, προς έναν δρόμο που θα οδηγήσει μετά από άγνωστο πόσο καιρό στο να πέσει το Τείχος που υπάρχει μπροστά του. Και το οποίο τώρα είτε είναι αόρατο είτε αχνοφαίνεται.
Όλοι οι δρόμοι πάνω στους οποίους σε βάζουν να πορεύεσαι, προσπαθούν να σε πείσουν πως είναι οι τελικοί δρόμοι, πως έχουν εξηγήσει τον κόσμο με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και πως είναι αυτονόητο ότι πρέπει να τους ακολουθήσεις. Ένας ογδοντάχρονος ανατολικογερμανός έχει προλάβει να διδαχθεί ότι ο μόνος φυσικός δρόμος ήταν αυτός του ναζισμού, μετά αυτός του υπαρκτού σοσιαλισμού, μετά αυτός του καπιταλισμού. Έτσι θα βλέπεις τον κόσμο. Όχι, κακώς τον έβλεπες ως τώρα, έτσι πρέπει να τον βλέπεις. Κι αν οι άνθρωποι έχουν ένα γνώρισμα είναι ότι προσαρμόζονται. Και αν κάτι δεν τους πάει, αρχίζουν σιγά σιγά και αντιδρούν.
Ωστόσο, εκτός από τις πολιτικές ιδεολογίες, υπάρχουν στους λαούς και βαθύτερα χαρακτηριστικά που μπορούν να διατρέξουν όλα τα πολιτικά συστήματα. Έβλεπα στην τηλεόραση ένα ντοκιμαντέρ για το Τείχος: Ένας αξιωματούχος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας λέει ότι ήταν μάλλον αναπόφευκτη η κατάρρευση του καθεστώτος, αλλά εκείνο που τον λυπεί είναι ότι το Τείχος έπεσε όπως έπεσε εξαιτίας μιας σειράς συγκυριών και παρανοήσεων, ενώ τα πράγματα θα έπρεπε να είχαν γίνει «επαγγελματικά». Ένας αξιωματικός που ήταν στο φυλάκιο και όταν το βράδυ της 9ης Οκτωβρίου 1989 συνέρρευσαν απροσδόκητα τα πλήθη αποφάσισε να ανοίξει τα σύνορα αντί να ανοίξει πυρ, λέει ότι τελικά θεωρεί πως απέτυχε στην αποστολή του. Είχε δώσει όρκο και μην κατορθώνοντας να φυλάξει τα σύνορα δεν τον τήρησε. Και στο μυαλό μου έρχεται η σκηνή από τα «Σφραγισμένα Χείλη», όπου η δεσμοφύλακας των SS, Κέιτ Γουίνσλετ, δικάζεται ως εγκληματίας πολέμου. Μετέφερε κρατούμενες από ένα στρατόπεδο σε ένα άλλο και ένα βράδυ τις φυλούσε σε μια αποθήκη. Η αποθήκη έπιασε φωτιά, αλλά δεν τους άνοιξε. Και ο δικαστής τη ρωτά γιατί. Κι εκείνη απαντά «Μα δεν μπορούσα να τις αφήσω να το σκάσουν. Αυτή ήταν η δουλειά μου. Ήμουν υπεύθυνη για αυτές τις γυναίκες». Επαγγελματισμός κι αίσθηση του καθήκοντος.
Σε καθέ περίπτωση, όποιο δρόμο και αν παίρνει η μεγάλη Ιστορία, υπάρχει πάντα χώρος και για τις μικρές. Αντιγράφω από ένα εξαιρετικό άρθρο του Τάσου Τέλλογλου: «Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην ΛΔΓ υπήρχε εκτός από το καθεστώς και χώρος για ιδιωτική ευτυχία, όπως λέει η σημερινή καγκελλάριος Αγγέλα Μέρκελ. Δεν είναι δυνατόν όσο και να αλληλοεξαρτώνται, να ταυτίζεται η ζωή στη ΛΔ της Γερμανίας με το καθεστώς της ΛΔ της Γερμανίας. Λέει η Μέρκελ: "Γιορτάζαμε τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την πεντηκοστή και είχαμε τσακωμούς, θυμό και αντιπαραθέσεις στις οικογένειές μας και χαρά και απόλαυση…"».
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)
Κυριακή, Νοέμβριος 15, 2009
Οι γάτες δεν έχουν χέρια
Όταν ήμουν παιδί μού είχε εντυπωθεί η ιστορία ενός μακρινού συγγενή, ο οποίος πήγαινε πάντα στη λαϊκή την ώρα που έκλεινε, προκειμένου να αγοράζει στην μισή τιμή ό,τι φρούτο και λαχανικό είχε περισσέψει - απορριφθεί όλη την μέρα. Δεν το έκανε από έσχατη πενία αλλά από έσχατη καρμοιριά. Πέθανε με οικόπεδα.
Ίσως βέβαια όταν μεγαλώνεις σε συνθήκες εσχάτης πενίας η απόσταση από την έσχατη καρμοιριά να είναι λιγότερο μεγάλη από όσο φαίνεται, ίσως επίσης με κάθε αγορά περισσευμάτων στη λαϊκή να οδηγείσαι μερικά φασούλια πιο κοντά στα οικόπεδα, αν και υπάρχει εκείνη η ατάκα του «Αmerica America» (στο 1:14:00), που εξηγεί τι ακριβώς είναι τα ψιλά λεφτά και πώς αντιδιαστέλλονται από τα χοντρά.
Όπως εκείνος ψώνιζε στη λαϊκή την ώρα που έκλεινε, έτσι κι εγώ καμιά φορά διαβάζω εφημερίδες με χρονοκαθυστέρηση. Μια εβδομάδα αργότερα λοιπόν, διαβάζω δυο συνεντεύξεις στο ένθετο της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (της Χαρούλας Αλεξίου και του Λευτέρη Βογιατζή) που μου γεννούν την επιθυμία να γράψω.
---
«Γιατί εγώ δεν είμαι άνθρωπος, δεν έχω αδυναμίες; Δεν έπαιξα κι εγώ το παιχνίδι της επιτυχίας;».
Η Αλεξίου ως αντίστροφος Νταλάρας: το απόσπασμα αυτό -ενδεικτικό όλης της συνέντευξης άλλωστε- είναι αληθινά αυτοκριτικό, ενώ μια συνέντευξη του Νταλάρα θα ήταν αληθινά επικριτική· των άλλων, του συστήματος, της έκπτωσης της ποιότητας κλπ κλπ
---
- Τα στερεότυπα της αριστεράς και του εντέχνου που κάποτε υπηρετούσατε μαζί με τους άλλους καλούς τραγουδιστές μας συνέβαλαν σ' αυτή τη νεύρωση για την οποία τραγουδάτε;
«Εχω κι εγώ αναρωτηθεί. Υπήρχε μια καταπιεστική πλευρά. Δεν έβαφα τα νύχια μου κόκκινα, αν και το ήθελα. Ηθελα ακόμα να βγω μ' ένα κολλητό κόκκινο φόρεμα με παγέτα. Τρέχαν τα σάλια μου όταν το έβλεπα, αλλά δεν το επέτρεπα στον εαυτό μου. Ομως δεν κατηγορώ το έντεχνο γι' αυτό. Εκεί βρισκόταν η περιπέτεια, το ψάξιμο, η σκέψη που δεν υπήρχε μες στην οικογένειά μου. Ζούσα σ' ένα λούμπεν περιβάλλον κι εμένα κάτι με οδηγούσε κάπου αλλού. Αν δεν είχα διδαχθεί στο έντεχνο, ίσως να μην μπορούσα σήμερα να περάσω μια πολύτιμη ώρα απολαμβάνοντας ένα βιβλίο».
Όλη η συνέντευξη καθρεφτίζει έναν αληθινά φιλοσοφημένο άνθρωπο, αλλά ειδικά αυτή η απάντηση δείχνει ότι οι επιλογές μας στη ζωή μπορούν να διακατέχονται και από αμφιθυμία. Ότι με κάθε τι που χάνεις κάτι και κερδίζεις. Και αντίστροφα. Ότι στη ζωή δεν υπάρχει μόνο «το δεν μετανιώνω για τίποτα» ούτε το «χαραμίστηκα με τις αποφάσεις μου». Ότι η αλήθεια της είναι η πολυπλοκότητα και ότι υπάρχει μια διαρκής τραμπάλα ανάμεσα σε όσα σου προσφέρουν οι επιλογές σου και σε όσα σου στερούν.
---
- Παλιότερα, μάλιστα, είχατε και την εξουσία που σας έδιναν η αριστερά και το έντεχνο ως αντίδωρο για την καταπίεση που σας επέβαλλαν. Οταν άλλαξαν οι εποχές και κυριάρχησε το λάιφσταϊλ, τη χάσατε αυτή την εξουσία. Σάς κλόνισε αυτό;
«Οχι, γιατί ο έντεχνος είναι τόσο καβαλημένος, που δεν σκέφτεται ποτέ ότι μπορεί να χάσει την εξουσία του. Ακόμα και στην αποτυχία του, θέλει να πιστεύει ότι τα τραγούδια του δεν ήταν για τους πολλούς, αυτός για τρεις ανθρώπους τα είπε. Υπάρχει πολύ κόμπλεξ στο χώρο μας. Και αν δεν αναγνωρίσουμε ότι πολλοί από αυτούς που έρχονται να μας ακούσουν, χθες διασκέδαζαν μ' αυτούς που θεωρούμε τελείως αντίθετους, δεν θα επιβιώσουμε».
Αήττητοι λοιπόν δεν είναι μόνο οι ηλίθιοι αλλά και οι έντεχνοι, κατηγορία τρελά ευρύτερη των τραγουδιστών, αφού έντεχνος μπορεί να είναι κάθε είδους καλλιτέχνης. Kαι όχι μόνο. Υπάρχουν και μπλόγκερ έντεχνοι. Η επιτυχία τελικά δεν είναι διακύβευμα, αφού στο μυαλό του ο έντεχνος είναι πάντα επιτυχημένος. Αν έχει απήχηση είναι επειδή εκείνος είναι τεράστιος, αν δεν έχει φταίει ο κόσμος με το χαμηλό του αισθητήριο. Ίσως μάλιστα η έλλειψη της απήχησης να αποδεικνύει ακόμη πιο περίτρανα την ποιότητά του. Πρόκειται για ένα σνομπισμό που θα μπορούσε να είναι σεβαστός αν ήταν τουλάχιστον αυθεντικός και όχι ντεμέκ, αν αδιαφορούσε για την εμπορικότητα και δεν την κυνηγούσε.
Αήττητοι λοιπόν δεν είναι μόνο οι ηλίθιοι αλλά και οι έντεχνοι, κατηγορία τρελά ευρύτερη των τραγουδιστών, αφού έντεχνος μπορεί να είναι κάθε είδους καλλιτέχνης. Kαι όχι μόνο. Υπάρχουν και μπλόγκερ έντεχνοι. Η επιτυχία τελικά δεν είναι διακύβευμα, αφού στο μυαλό του ο έντεχνος είναι πάντα επιτυχημένος. Αν έχει απήχηση είναι επειδή εκείνος είναι τεράστιος, αν δεν έχει φταίει ο κόσμος με το χαμηλό του αισθητήριο. Ίσως μάλιστα η έλλειψη της απήχησης να αποδεικνύει ακόμη πιο περίτρανα την ποιότητά του. Πρόκειται για ένα σνομπισμό που θα μπορούσε να είναι σεβαστός αν ήταν τουλάχιστον αυθεντικός και όχι ντεμέκ, αν αδιαφορούσε για την εμπορικότητα και δεν την κυνηγούσε.
---
«Μου λείπει όμως πια κάποιος να με πάρει απ' το χέρι και να με οδηγήσει κάπου ή απλώς να μου κάνει παρέα, χωρίς αυτό να πρέπει να γίνει ένα συναισθηματικό έπος».
Να μια φράση αντίθετη στην πανίσχυρη, ακλόνητη κι αδιαμφισβήτητη εδώ και πολλές δεκαετίες ιδεολογία των συναισθηματικών επών, μια ιδεολογία που ορίζει πως οποιαδήποτε συντροφική σχέση δεν έχει τα χαρακτηριστικά τέτοιου έπους ή που τα είχε κάποτε και τώρα πια δεν τα έχει, είναι μια σχέση δεύτερη, ανάξια, συμβιβασμένη, φτηνή, ίσως και πρόστυχη, αφού το μόνο που αξίζει είναι η επική λάμψη.
---
Κι από την ανάγκη ενός χεριού μέσα στο χέρι, στην έλλειψη αυτής της ανάγκης, αφού ο Λευτέρης Βογιατζής δηλώνει:
«Δεν θα υπήρχα χωρίς τον γάτο. Εκείνος όμως δεν με εκτιμά καθόλου. Με παιδεύει. Ετοιμάζομαι, ας πούμε, για την Ανδρο. Τον φωνάζω, έχω ψάξει σ' όλο το Λυκαβηττό, έχω χάσει δύο πλοία, τίποτα. Τον βρίσκω σ' ένα από τα μπαλκόνια μέσα στη γλάστρα να με κοιτάζει ασυγκίνητος. Είναι ο Φανερωμένος επειδή τον βρήκα μωρό, με υποκοριστικό Φανερούλης».
Κι αναρωτιέμαι αν η Τέχνη έκανε το γάτο ή ο γάτος την Τέχνη, αν επειδή η ζωή αφοσιώθηκε στην Τέχνη, αναγκαστικά υπήρχε χώρος μόνο για το γάτο ή αν η εργασιομανία της Τέχνης είναι το άλλο πρόσωπο του κρυφτού με τις ανθρώπινες σχέσεις και την οικειότητα.
Παρασκευή, Νοέμβριος 13, 2009
Πέμπτη, Νοέμβριος 12, 2009
Ι 've been looking for freedom
αντιστοιχούσε ένας πλανόδιος πωλητής βροχών στον ουρανό,
τότε έξω από τους σταθμούς του υπουράνιου σιδηροδρόμου
θα έψηναν και καλαμπόκια.
Είναι, νομίζω, το μόνο λογικό.
---
Κι αν στον επτάμισο όροφο ενός κτιρίου
υπάρχει πύλη που σε βάζει στο μυαλό ενός ηθοποιού,
εσύ αναζήτησε την πύλη
που θα σε βάλει στο δάκρυ του εθνάρχη,
ώστε από μέσα του να δεις
το μέλλον με άλλο μάτι.
Τρίτη, Νοέμβριος 10, 2009
O δαιμονολόγος λείπει σε ταξίδι για δουλειές
Η αφίσα της «Μεταφυσικής Δραστηριότητας» σε προειδοποιεί: «Μην την δεις μόνος σου». Θα συμφωνήσω, αλλά σκέτη η φράση είναι ημιτελής και δημιουργεί παρανοήσεις. Χρήζει συμπλήρωσης: μην τη δεις μόνος σου, μην τη δεις με παρέα, μην τη δεις στο σινεμά, μην τη νοικιάσεις να τη δεις σπίτι, μην την κατεβάσεις από το ίντερνετ, μην την πάρεις από πλανόδιο, μην τη δεις ποτέ.
Γιατί παίζει και να μην ξεπεράσεις το σοκ· σοκ που δεν θα σου προξενήσει ο τρόμος, αλλά αντίθετα η παντελής έλλειψή του, η γενική μηδαμινότητά της ταινίας σε όλα τα επίπεδα και πάνω απ' όλα η απορία για το πώς είναι δυνατόν αυτό το πράγμα που βλέπεις να φτάνει ήδη τα 100.000.000 δολάρια εισπράξεις στις ΗΠΑ (και άγνωστο στα πόσα θα σταματήσει). Αν καταφέρνεις να τρομάξεις κάπως, είναι μόνο στην τελευταία σκηνή, η οποία δεν υπήρχε καν στην αρχική εκδοχή της ταινίας, όταν δηλαδή αυτή η ανεξάρτητη παραγωγή των 11.000 δολαρίων αγοράστηκε από το μεγάλο στούντιο. Η τελευταία σκηνή ξαναγυρίστηκε και περιλαμβάνει το μοναδικό πειστικό οπτικό εφέ. Τα υπόλοιπα περιορίζονται σε μια πόρτα που κλείνει και ένα σεντόνι που ανασηκώνεται. Την έλλειψή τους αναπληρώνουν όμως ευρηματικότατα ηχητικά εφέ, όπως δυνατές πατημασιές στο σκοτάδι.
Η απορία για την εμπορική πορεία της ταινίας απαντάται μερικώς με το προηγούμενο προώθησης του «Βlair Witch Project». Στην «Μεταφυσική Δραστηριότητα» η καμπάνια έλεγε μπείτε στη ιστοσελίδα μας και απαιτήστε να παιχτεί και στην πόλη σας. Αν φτάσουμε το 1.000.000 θεατές που θα το απαιτούν, θα διανεμηθεί ευρέως. Η δύναμη είναι στα χέρια σου. «Viral φαινόμενο ή κομπίνα;» αναρωτιέται ένα άρθρο της Washington Post. To μεγαλοστέλεχος της «Paramount» απαντά: «Ψάχναμε για ένα εργαλείο με το οποίο θα βλέπαμε πόσοι ήθελαν να δουν την ταινία, ώστε η αγορά να έδειχνε ποιά είναι η ζήτηση, αντί να καθορίζουμε εμείς τη ζήτηση. Θέλαμε να αντιστρέψαμε τη διαδικασία. Ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης εκδημοκρατίστηκε. Όχι, παίζουμε.
Δίπλα στον ορθολογισμό της προώθησης της ταινίας, ο ανορθολογισμός του περιεχομένου της (η σύγχρονη Αμερική και ο ανορθολογισμός κάθε άλλο παρά ξένοι είναι άλλωστε, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς τόσο από εντελώς σχετικά βιβλία όσο και από κατ' αρχήν άσχετες ταινίες). Το θορυβημένο από την υπερφυσική δραστηριότητα ζευγάρι καλεί ειδικό. Ο ειδικός αφού αφουγκράζεται το σπίτι, τους εξηγεί ότι άλλο τα φαντάσματα (πνεύματα μακαριτών) κι άλλο οι δαίμονες (πνεύματα εξωανθρώπινα). Στην ατμόσφαιρα υπάρχει δαίμονας κι αυτός δεν είναι ο τομέας της ειδικότητάς του. Αυτός είναι φαντασματολόγος και θα πρέπει να καλέσουν δαιμονολόγο. Τους παραπέμπει στον αρμόδιο. Του τηλεφωνούν. Ο δαιμονολόγος όμως είναι δυστυχώς εκτός Λος Άντζελες και θα γυρίσει σε λίγες μέρες. Και όπως ο Ρότζερ Έμπερτ -στον οποίον πάντως η ταινία άρεσε, όπως και σε πολλούς άλλους συναδέλφους του- το ότι δεν απευθύνθηκαν σε κάποιον άλλον είναι το πιο δυσκολοχώνευτο κομμάτι της πλοκής, αφού η Καλιφόρνια είναι μια πολιτεία με περισσότερους ενεργούς δαιμονολόγους από ό,τι ποιητές που έχουν εκδοθεί.
Αν όμως το μάρκετινγκ εξηγεί ως ένα βαθμό τον εισπρακτικό θρίαμβο της ταινίας, το εντελώς ανεξήγητο παραμένει γιατί με αυτή την ταινία και όχι με μια άλλη καλύτερη; Μια ερμηνεία θα μπορούσε να είναι ότι έβαλαν στοίχημα δυο «Παίκτες» του Χόλιγουντ («Μπορώ να κάνω μεγάλη επιτυχία και το τελευταίο σκουπίδι, αν το προωθήσω έξυπνα». «Ε, όχι, αυτό εδώ αποκλείεται». «Τώρα θα δεις»). Μια δεύτερη, επικρατέστερη, ερμηνεία είναι ότι, όπως είδαμε και διαβάσαμε αυτές τις μέρες σε αφιερώματα για τα εικοσάχρονα της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου, παρανοήσεις και συγκυρίες επιτάχυναν αλυσιδωτά τις εξελίξεις. «Το χάος βασιλεύει» δηλαδή, όπως διαπίστωσε και η αλεπουδίτσα στον «Αντίχριστο»· και βασιλεύοντας και Τείχη ρίχνει πριν την ώρα τους και ίσως μετατρέψει την «Mεταφυσική Δραστηριότητα» στην ταινία με την μεγαλύτερη αναλογία κερδών κόστους όλων των εποχών.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)
Αυτή τη δυστυχισμένη γυναίκα
UPDATE:
Ακολουθεί ποστ άκυρο, γιατί απλούστατα δεν άκουσα καλά την είδηση στο ραδιόφωνο κι όταν πήγα να την τσεκάρω στο ίντερνετ, διάβασα αυτά που είχα ήδη αποφασίσει ότι έγιναν κι όχι αυτά που όντως έγιναν. «Δυστυχισμένη γυναίκα» ΔΕΝ χαρακτήρισε την Κούνεβα ο Χρυσοχοϊδης, αλλά ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
----
Δεν είμαι σίγουρος γι' αυτό που γράφω, αλλά θα το γράψω. Πιθανότατα αν την ίδια λέξη την είχε χρησιμοποιήσει κάποιος άλλος δεν θα μου χτύπαγε τόσο άσχημα· αλλά όταν είναι ο Μιχάλης Χρυσοχοϊδης, που την επομένη αυτής της συνέντευξης χαρακτηρίζει την Κούνεβα «δυστυχισμένη γυναίκα»,
ακόμα κι αν χρησιμοποιεί το επίθετο «δυστυχισμένη» με την καλύτερη δυνατή πρόθεση,
εγώ το ακούω σαν το πλέον αταίριαστο επίθετο που θα μπορούσε ποτέ να δοθεί μετά τη συγκεκριμένη συνέντευξη,
γιατί υποδηλώνει πως εκείνος είναι Υπουργός, είναι Υγιής, είναι Επιτυχημένος, είναι Δυνατός,
ενώ εκείνη είναι Άρρωστη κι Αδύνατη,
γιατί υποδηλώνει πως εκείνος θεωρεί ότι βρίσκεται σε τόσο προνομιακή θέση σε σχέση με εκείνη (τη φουκαριάρα και κακομοίρα),
ενώ αν δείχνει κάτι η συνέντευξη είναι αυτό που όλοι τείνουμε να ξεχάσουμε: πως υπάρχει και
κάτι που λέγεται εσωτερικός κόσμος
και που δεν εξαρτάται από το εξωτερικό σου στάτους,
από το αν είσαι υπουργός ή μετανάστης, με λεφτά ή χωρίς, με εξουσία ή χωρίς, με υγεία ή χωρίς,
κάτι που μπορεί να εμπνεύσει, να συγκινήσει, να σκλαβώσει,
όπως δεν μπορεί κανένας δυστυχής Έλληνας πολιτικός δεκαετίες τώρα.
Δευτέρα, Νοέμβριος 09, 2009
WALL (- Ε)
Ο χωρισμός σε ανατολικό και δυτικό μπλοκ μπορεί να υπήρξε μια μικρή παρένθεση στην Ιστορία που δεν διήρκεσε ούτε μισό αιώνα, αλλά η ανθρωπότητα έμαθε να οργανώνεται και να λειτουργεί από την αρχή έως και σήμερα, μέσω τειχών, ορίων, φραγμών, «ως εδώ εμείς και από εκεί και πέρα εσείς».
Οι ιδεολογίες πέφτουνε μα τα τείχη μένουν.
Οι ιδεολογίες πέφτουνε μα τα τείχη μένουν.
Κυριακή, Νοέμβριος 08, 2009
Αρπακτικό
«Εσύ ποιός είσαι;», ρωτάω τον μικρό.
Μου απαντάει.
«Κι εγώ ποιός είμαι;», συνεχίζω.
Μου απαντάει.
Έξυπνο παιδί, μπορεί να απαντήσει μέσα σε 20 μήνες,
ό,τι δεν μπορώ εγώ να απαντήσω 37 χρόνια τώρα.
Κάθε ταυτότητα είναι και φυλακή.
Θα του ξεμάθω το όνομά του,
θα τον απομακρύνω από τη Γλώσσα,
που τον περιτριγυρίζει όπως το αρπακτικό τη λεία του,
θέλοντας να κάνει το μυαλό του δικό της,
να τον κάνει να σκέφτεται,
με τους δικούς της κανόνες,
το δικό της σύστημα,
τη δική της δομή.
Ίσως προλαβαίνει ακόμα να σωθεί
από συστήματα, οργανώσεις και δομές.
Τώρα κοιμάται.
Αύριο θα του πω:
Εσύ δεν είσαι.
Εσύ δεν πρέπει να είσαι.
Εσύ μακάρι να μπορέσεις
να είσαι χωρίς να είσαι.
Να κυλάς στη ζωή,
χωρίς εαυτό ορισμένο από λέξεις,
γιατί καμία λέξη δεν έχει φτιαχτεί αποκλειστικά για σένα
και άρα καμία λέξη δεν μπορεί να σε αποδώσει πιστά,
ούτε στο περίπου,
ούτε στο περίπου του περίπου.
(Ακολουθεί μπόνους τρακ, ώστε το ποστ αυτό να σημαίνει τώρα κάτι για σένα, να σημαίνει κάτι πολύ πιο έντονο κι ολόψυχο από ό,τι θα μπορεί να σημαίνει ποτέ η διαμεσολαβούμενη από χίλια κι ένα φίλτρα συγκίνηση των λέξεων).
Πέμπτη, Νοέμβριος 05, 2009
Τρίτη, Νοέμβριος 03, 2009
Mα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει
Γερμανικό χωριό στα 1913 - 14 απολαμβάνει μακροχρόνια ειρήνη και -τηρουμένων φυσικά των αναλογιών και ακόμη φυσικότερα της κοινωνικής θέσης του καθενός- ευημερία: «Ο καιρός φέτος ήταν ευνοϊκός, οι αποθήκες μας γέμισαν, δεν θα πεινάσετε και φέτος», ανακοινώνει ο Βαρόνος στους χωρικούς. Όλα πάνε καλά. Οι ολέθριες συνέπειες του Ά Παγκοσμίου Πολέμου και οι επαχθείς όροι της Συνθήκης των Βερσαλλιών κατά της Γερμανίας θα έρθουν αμέσως μετά.
Κι ο Χάνεκε είναι σαν να θέλει να πει στη «Λευκή Κορδέλα» (χωρίς πάντως τον παραμικρό υπαινιγμό για αυτό μέσα στην ίδια την ταινία), ότι εκτός από αυτές τις εξηγήσεις, εκτός από τους παράγοντες που εξέθρεψαν την ιδεολογία του ναζισμού, ήταν κάτι πιο βαθύ που λέρωνε τη γενιά που είκοσι χρόνια αργότερα θα έφερνε τους Ναζί δημοκρατικά στην εξουσία, τη γενιά που θα επάνδρωνε τις τάξεις των Ναζί και θα μπορούσε να προβεί στα εγκλήματα που προέβη. Είναι σαν να θέλει να πει πως υπάρχει, όχι μόνο σε αυτή, αλλά και σε κάθε άλλη που μεγάλωσε αντίστοιχα, κάτι πολύ πιο δομικό που καθιστά σε ψυχολογικό επίπεδο δυνατή τη σκληρότητα και τη θηριωδία. Κάτι στις δομές της οικογένειας και στον τρόπο ανατροφής που εστίαζε τόσο πολύ στον τύπο, στην ιεραρχία, στην απόσταση, στο «πρέπει», σε ένα σύστημα κανόνων με βασικό μοχλό εφαρμογής τους την ενοχή.
Τα παιδιά του Πάστορα αργούν υπερβολικά να γυρίσουν σπίτι. Τι ακολουθεί; Όχι απλώς το «Δεν θα φάτε επειδή εξαφανιστήκατε». Αυτό από μόνο του θα ήταν σκέτη τιμωρία. Η τιμωρία όμως συνοδεύεται με ενοχή, δημιουργώντας ένα ανεπανάληπτο κοκτέιλ, όπου ο παραβάτης δεν εξιλεώνεται δια της τιμωρίας, αλλά η επιβολή της τιμωρίας του προστίθεται ως αυτοτελής παράγοντας στο ενοχοποιητικό σύμπλεγμα. «Δεν φάγαμε ούτε εμείς οι γονείς σας. Πώς θα μπορούσαμε να φάμε, αγωνιώντας για το που είστε; Κανείς μας δεν θα φάει απόψε. Κι αύριο, το ότι θα αναγκαστώ να σας δώσω δέκα ραβδισμούς, είναι ένα γεγονός που με στενοχωρεί εμένα πρώτα». Και πράγματι ο Πάστορας δεν είναι σαδιστής. Αλλά πρέπει να τα τιμωρήσει. Όπως πρέπει να δένει το μεγάλο του γιο στο κρεβάτι για να μην πειράζει «τα νεύρα του κορμιού του» (γεγονός που, όπως του εξηγεί, αν το συνεχίσει θα τον οδηγήσει ταχύτατα στην αρρώστια και στον θάνατο, όπως έχει συμβεί σε περιπτώσεις συνομηλίκων του). «Και θα φοράτε μια λευκή κορδέλα, στο μανίκι τα αγόρια και στα μαλλιά τα κορίτσια, για να σας θυμίζει την αγνότητα που θα έπρεπε να έχετε, αφού δεν μπορείτε να την επιβάλλετε μόνοι σας στους εαυτούς σας». Δηλαδή φορώντας την δείχνετε προς τα έξω ότι είστε μη αγνοί. Η ενοχή βγαίνει από τα όρια τα ιδιωτικά και προσφέρεται σε δημόσια θέα. Και όταν πιάνει τα παιδιά του στο σχολείο να κάνουν φασαρία, αρχίζει την μεγάλη του κόρη σε τι άλλο; Στο κήρυγμα: «Ως η μεγαλύτερη κόρη του πνευματικού ηγέτη της κοινότητας, θα έπρεπε να είσαι η πρώτη που θα δίνει το παράδειγμα, αλλά εσύ, αντίθετα...». Εκείνη τότε σωριάζεται λιπόθυμη, καθώς το βάρος της ενοχής, είτε νιώθεται, είτε αποτελεί πια λέξη κενή από τις ατέλειωτες επαναλήψεις με τα χρόνια, είναι εξίσου ασήκωτο.
Ο Χάνεκε αρνείται την απεικόνιση όχι μόνο των περισσότερων βίαιων πράξεων της ταινίας, αλλά και των ίδιων των αποτελεσμάτων τους. Προτιμά -στην μόνη ίσως συναισθηματικά δυνατή σκηνή του φιλμ- να δείξει λεκτική βία, έναν ολοκληρωτικό και ανηλεή λεκτικό εξευτελισμό. Ο Χάνεκε αρνείται κάθε εντυπωσιασμό, κάθε αβανταδόρικη σκηνή, αρνείται να μας δείξει και τους δράστες των εγκλημάτων που λαμβάνουν χώρα, αφήνοντας όμως μάλλον σαφώς να εννοηθεί ότι είναι συλλογικά και όχι ατομικά. Ο κακός στην ταινία του είναι η μάζα. Και τα εγκλήματα της μικροκλίμακας του χωριού θα επαναληφθούν σε απείρως μεγαλύτερη κλίμακα στο μέλλον. Αντίθετα, η εξήγηση της κοινωνίας του χωριού για τα εγκλήματα είναι συμβατική, σκανδαλοθηρική, με το κακό να έχει και πάλι σεξουαλική προέλευση.
Αυτή όμως η ψυχρότητα, αυτή η απόσταση στις οικογενειακές σχέσεις πόσο διαφέρει από την ματιά του Χάνεκε; Το σινεμά του δεν είναι ψυχρό, δεν είναι απόμακρο; Η «Λευκή Κορδέλα» με τις πεντακάθαρες ασπρόμαυρες εικόνες της είναι μια πανέμορφη ταινία, αλλά παγωμένα πανέμορφη. Μια ταινία που σε καλεί να σκεφτείς, αλλά όχι και τόσο να νιώσεις. Μια ταινία που δύσκολα μπορείς να την προσπεράσεις, αλλά ακόμη πιο δύσκολα μπορείς να την αγαπήσεις.
(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)
Δευτέρα, Νοέμβριος 02, 2009
Έλα μωρή συνέχεια του Κράτους
Όταν έχεις ως βασική αρχή ζωής το «ποτέ μην κάνεις σήμερα ό,τι μπορείς να αναβάλλεις για αύριο», αναπόφευκτο είναι να έρθει εκείνη η Δευτέρα που μαθαίνεις ότι το μόνο που αποσύρεται είναι η υποψηφιότητα Αβραμόπουλου και -για πολλοστή φορά- η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τις εξαγγελίες και τις ρυθμίσεις του Κράτους.Άλλωστε, «το ετήσιο κόστος εφαρμογής του μέτρου υπολογίστηκε σε περίπου 400 εκατ. ευρώ λεφτά που "δεν υπάρχουν", όπως ειπώθηκε». Επίσης ... δεν είχε περιβαλλοντικό νόημα και δεν ενίσχυε την ελληνική οικονομία, καθώς δεν υπάρχει εγχώρια αυτοκινητοβιομηχανία. Δηλαδή αύξανε τις εισαγωγές και επιβάρρυνε το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο χωρίς να στηρίζει την ανάπτυξη ή την απασχόληση στο εσωτερικό της οικονομίας.
Προφανώς τα υβριδικά αυτοκίνητα που θα αντικαταστήσουν τα ως τώρα κρατικά θα είναι της εγχώριας αυτοβιομηχανίας, δεν θα αυξάνουν τις εισαγωγές, δεν θα επιβαρύνουν το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, θα στηρίζουν την ανάπτυξη και την απασχόληση στο εσωτερικό της οικονομίας, τα λεφτά για να παρθούν «υπάρχουν», ενώ το περιβαλλοντικό νόημα από την αντικατάστασή τους θα είναι πολλαπλάσιο από το περιβαλλοντικό νόημα της απόσυρσης.
Σάββατο, Οκτώβριος 31, 2009
The end of reproductive art
Ο Κόπολα είπε ότι πιστεύει πως το μέλλον του σινεμά θα είναι διαδραστικό, πως οι ταινίες θα πάψουν δηλαδή να έχουν μια παγιωμένη και κοινή για τον κάθε θεατή μορφή, μια μορφή που αναπαράγεται και άρα υπόκειται και σε «πειρατεία»,και πως η προβολή μιας ταινίας μπορεί να έρθει πολύ πιο κοντά στην παρακολούθηση μιας θεατρικής παράστασης ή μιας συναυλίας, υπό την έννοια ότι αυτές είναι κάθε φορά περισσότερο ή λιγότερο διαφορετικές.
Το πώς ακριβώς θα γίνεται η επέμβαση στο σώμα της ταινίας δεν μπορώ να πω ότι το κατάλαβα, όπως δεν κατάλαβα και πόσο πρακτικό θα είναι ο σκηνοθέτης να πειράζει την ταινία του την ώρα της προβολής της επιλέγοντας την άλφα ή τη βήτα εκδοχή της, ανάλογα με τις αντιδράσεις του κοινού.
Κατάλαβα πάντως ότι προφήτεψε ή οραματίστηκε ένα μέλλον που το κινηματογραφικό έργο θα είναι ρευστό κι εξαρτημένο από τον θεατή του.
Μα γίνονται αυτά τα πράγματα;
Το «γίνονται» έχει πάντα δυο σκέλη: το της τεχνολογικής δυνατότητας και το της οικονομικής βιωσιμότητας.
Μα θα είναι ωραίο να γίνουν αυτά τα πράγματα;
Ποιός μπορεί να ξέρει αν δεν τα δει πρώτα;
Μα δεν πρέπει τελικά να υπάρχει σιγουριά στη τέχνη; Ότι το έργο είναι αυτό και ότι δεν θα υπάρχουν πολλαπλές δυνατότητές του (όχι πολλαπλές δυνατότητες υποκειμενικής ερμηνείας πάνω στο ίδιο αντικειμενικά έργο, αλλά πλέον πολλαπλές εκδοχές του ίδιου του έργου); Και ποιός θα ξεβολευόταν έτσι περισσότερο; Ο θεατής, ο κριτικός ή ο ίδιος ο δημιουργός;
Παρασκευή, Οκτώβριος 30, 2009
Η απόφαση του Σωκράτη Κόκκαλη να μην κάνει μια ακόμα ένσταση και να μην πάρει ένα ακόμα παιχνίδι (κι ίσως και έναν ακόμα τίτλο) στα χαρτιά, δυο αναγνώσεις θα μπορούσε να έχει: την αρνητική, βάσει της οποίας, πρόκειται για μια ακόμα κραυγαλέα ανακολουθία, αντίφαση, κωλοτούμπα και την θετική, βάσει της οποίας ομολογεί -έστω σιωπηρά- πως την προηγούμενη φορά έκανε λάθος.
Υπάρχει όμως και η τρίτη, η δημοσιογραφική προσέγγιση, βάσει της οποίας ο Πρόεδρος και τότε και τώρα έκανε το σωστό.
Κάπου εδώ η κοινή λογική πάει περίπατο κι εγώ -έχοντας γράψει το χιλιοστό αντιολυμπιακό ποστ- πάω να δω τον Κόπολα λάιβ.
Πέμπτη, Οκτώβριος 29, 2009
Νοthing gets between me and my AK
Τρίτη, Οκτώβριος 27, 2009
«Αυτό είναι το σωστό»

Ο δημιουργός του «Κυνόδοντα», Γιώργος Λάνθιμος, επαναλαμβάνει στις συνεντεύξεις του πως η ταινία του είναι «ανοικτή», ώστε να αφήνει τον θεατή να δίνει τις δικές του απαντήσεις. Στη θεωρία ωραία κι εύκολα είναι όλα αυτά. Και της μόδας. Πρέπει να δει όμως κανείς την ταινία για αντιληφθεί πόσο πολύ τα εννοεί, αφού δεν υποκύπτει ποτέ στον πειρασμό να πάρει θέση και να σε επηρεάσει συναισθηματικά. Και πρέπει να είναι κανείς πάρα πολύ συνειδητοποιημένος ως προς το έργο που θέλει να φτιάξει, ώστε να μην κρίνει τους ήρωές του: Ένα ζευγάρι έχει κρατήσει τα τρία του παιδιά (ηλικίας ήδη γύρω στα 25) εντελώς αποκομμένα από τον έξω κόσμο. Όλος ο κόσμος που έχουν ποτέ γνωρίσει είναι το σπίτι τους. Δεν έχουν δει καν εικόνες του έξω κόσμου. Το ζευγάρι έχει διδάξει στα παιδιά πως θα είναι έτοιμα να βγουν από το σπίτι μόνο όταν τους πέσει ο κυνόδοντας («ο αριστερός ή ο δεξιός, δεν έχει σημασία»).
Και για αυτό ακριβώς είναι και η ταινία γυμνή από μουσική (χρησιμοποιούνται μόνο ελάχιστα τραγούδια, κι αυτά όχι ως μουσική υπόκρουση έξω από την πραγματικότητα των ηρώων, αλλά ως κομμάτι της): επειδή στο σινεμά η μουσική είτε έτσι είτε αλλιώς είναι σχόλιο. Σε καλεί να συγκινηθείς, σου υπαγορεύει πώς να νιώσεις. Ακόμα και στις περιπτώσεις ταινιών που η μουσική χρησιμοποιείται αντιστικτικά, πάλι για «απ’ έξω» επέμβαση στο συναίσθημά σου πρόκειται.
Στον «Κυνόδοντα» εναπόκειται σε σένα –δίχως την παραμικρή σκηνοθετική, σεναριακή, μουσική ή δια του μοντάζ υπόδειξη- να κρίνεις ό,τι είναι να κρίνεις και να σκανδαλιστείς απ’ ό,τι είναι να σκανδαλιστείς. Οι ήρωές του πάντως δεν σκανδαλίζονται από την αιμομιξία, αλλά από μια λαθραία βιντεοκασέτα του «Ρόκι». Γιατί ο «Ρόκι» δείχνει εικόνες ενός άλλου κόσμου, ενώ το σώμα του συγγενή δεν παύει να είναι τμήμα του ήδη γνωστού.
Αν η οικουμενική συνθήκη όλων των οικογενειών είναι ότι οι γονείς προσπαθούν να επεμβαίνουν, ώστε ο έξω κόσμος να επηρεάσει τα παιδιά τους όσο το δυνατόν αργότερα κι όσο το δυνατόν λιγότερο, η συνθήκη της ελληνικής οικογένειας είναι πολύ πιο παρεμβατική από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Ο «Κυνόδοντας» δεν κάνει τίποτα άλλο από το να τραβά αυτή την συνθήκη ως τα άκρα της. Ως τα τόσο μεγάλα άκρα της που καθίσταται από κάθε έννοια αφύσικη. Κι όταν εσύ, ως θεατής, έρχεσαι αντιμέτωπος με έναν αφύσικα ακραίο κόσμο, έχεις δυο επιλογές: είτε να δεις αυτή την κατάσταση σε αντιδιαστολή με τη νορμάλ δική σου και να επαναπαυθείς, είτε, αντίθετα, να σε βοηθήσει αυτή η υπερβολική κατάσταση να φωτίσεις λίγο καλύτερα τη δική σου.
Παράδειγμα: ο πατέρας σκίζει τα ρούχα του και βάφεται με κόκκινη μπογιά. Παριστάνει ότι του επιτέθηκαν προκειμένου να πουλήσει στα παιδιά του ένα ακόμα παραμύθι. Και αναρωτιέσαι: είναι τελικά τόσο ακραία η σκηνή; Πόσες φορές δεν έχει τύχει γονείς να ορκιστούν κάτι –διαρρηγνύοντας τα ιμάτιά τους- προκειμένου να διαφυλάξουν την εικόνα τους ή να προστατεύσουν τα παιδιά τους από μια επικίνδυνη πληροφορία; Αντίστοιχα, πόσο πολύ απέχει το «σε προστατεύω από κάθε επαφή με τον έξω κόσμο», από το «σε προστατεύω από τον έξω κόσμο βρίσκοντάς σου με μέσο δουλειά»; Πόσο πολύ απέχει το «σου φέρνω γυναίκα στο σπίτι να ξεδώσεις», από το «έχω λόγο για το ποιος είναι το ταίρι σου»; Πόσο πολύ απέχει το «σου λέω πως θάλασσα ονομάζεται η πολυθρόνα στο σαλόνι», από το «σου λέω πως η τάδε συμπεριφορά ονομάζεται εντιμότητα ή, αντίθετα, ηλιθιότητα»;
Κι αν θελήσουμε να δούμε κι από άλλη ευρύτερα μεταφορική σκοπιά την ταινία, μας παρουσιάζει τις πρώτες ύλες με τις οποίες ασκείται η εξουσία: εξουσία σημαίνει να ορίζεις τους κανόνες του παιχνιδιού, να ορίζεις την έννοια των λέξεων, να ορίζεις ως που επιτρέπεται να κινηθεί ο εξουσιαζόμενος, να τρομοκρατείς, να παραπλανείς, να επιβραβεύεις, να τιμωρείς, να δημιουργείς συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ αυτών που εξουσιάζεις, να τους επιβάλλεσαι όχι τόσο σωματικά όσο πνευματικά, ώστε να σε υπακούν «με τη θέλησή τους».
Σε μια κεντρικής σημασίας σκηνή, ο πατέρας λέει στη μάνα ότι πρέπει να αφήσουν το γιο τους να διαλέξει ανάμεσα στις δύο δυνατότητες που του έχουν απομείνει. «Αυτό είναι το σωστό», συμπληρώνει. Ο «Κυνόδοντας» δεν είναι ένας κόσμος όπου το σωστό απουσιάζει, ούτε ένας κόσμος που στερεί την ελευθερία επιλογής από τα παιδιά. Είναι ένας κόσμος με διαφορετικό σωστό από το δικό μας, όχι όμως επειδή διαφέρει η αρχική κοσμοθεωρία (του όσο το δυνατόν μεγαλύτερου ελέγχου των γονιών πάνω στη ζωή των παιδιών), αλλά επειδή η κοσμοθεωρία αυτή τραβήχθηκε στα άκρα.
Σωστό είναι τέλος να πω, πως δεν μπορείς παρά να νιώσεις πάρα πολύ όμορφα, που μια τέτοια (σημαντική, διαφορετική, φρέσκια και γενναία) ταινία είναι ελληνική.
(Kείμενο γραμμένο για το ελculture)
Κυριακή, Οκτώβριος 25, 2009
Γίνε η μπάλα θαλάσσης
Αυριανέ αθλητικογράφε, καλό μου παιδί, γεια σου. Όπως θα διαπιστώνεις και μόνος σου, το επίπεδο του ανταγωνισμού στον κλάδο έχει αρχίσει να αγγίζει δυσθεώρητα ύψη. Δεν είναι όπως παλιά, όταν οι γραφικοί ήταν δακτυλοδειχτούμενοι με την κακή την έννοια. Τώρα πια δακτυλοδείχνονται με την καλή την έννοια, αφού έχουμε μπει στην εποχή που ο γραφικότερος τα παίρνει όλα: τα σοβαρά λεφτά τα βγάζουν οι γραφικοί και τα γραφικά λεφτά οι σοβαροί (όπως άλλωστε συμβαίνει και σε όλους σχεδόν τους επαγγελματικούς τομείς στην Ελλάδα που έχουν να κάνουν με τα εν τη ευρεία εννοία θεάματα). «Stupid is, as stupid does» δεν έλεγε η φουκαριάρα η μάνα του Φόρεστ Γκαμπ; Ε, αντίστοιχα, γραφικός είναι αυτός που βγάζει γραφικά λεφτά· όπως επίσης γραφικός είναι όποιος χρησιμοποιεί ακόμη αυτόν τον όρο ωσάν να διατηρούσε την αρνητική φόρτιση του παρελθόντος, γραφικός είναι όποιος θα κατακρίνει τον επιτυχημένο κι εκείνον που θέλει η αγορά. Όταν η αγορά είναι εξ ορισμού μη γραφική, γραφικό είναι να αμφισβητείς τα κελεύσματά της.Σε βλέπω να προβληματίζεσαι όμως: όταν μεσήλικοι φτάνουν σε τέτοια στάνταρ απόδοσης, εσύ πως θα μπορούσες να τους ξεπεράσεις; Τα περιθώρια είναι πράγματι περιορισμένα, αλλά προς Θεού δεν είναι και ανύπαρκτα. Γιατί η γενιά των μεσηλίκων έχει ακόμη το ταμπού να περιορίζει τη δραστηριότητά της στο λόγο. Εσύ, που είσαι και νέο παλικάρι και βράζει και το αίμα σου, μπορείς να κάνεις πάρα πολύ δυνατό μπάσιμο στο χώρο. Στο πρώτο σου ρεπορτάζ ή εκπομπή ή περιγραφή αγώνα, έλα στα χέρια. Δείρε. Βρίσε. Σπάσε. Γιατί θα σε πνίγει το δίκιο για την ομάδα σου. Ει δυνατόν, η σκηνή σου να καταγραφεί κιόλας. Να παίζει στο You Tube ξανά και ξανά. Άσε να σε συλλάβουν με το αυτόφωρο. Μην ζητήσεις αναβολή, πες στο δικαστή ότι έδειρες γιατί δεν πήγαινε άλλο. Πες ότι δεν γουστάρεις αναστολές και εξαγορές. Εσύ για τα πιστεύω σου θα μείνεις μέσα. Στέλνε ανταποκρίσεις από τη στενή. Μετά από μερικές εβδομάδες βγες σαν ήρωας. Από εδώ και πέρα κανείς δεν θα τολμήσει να αμφισβητήσει την οπαδοσύνη σου. Μια περίλαμπρη δημοσιογραφική καριέρα ανοίγεται διάπλατα μπροστά σου.
Έχεις αναστολές; Αυτές είναι οι πρώτες από τις οποίες πρέπει να απαλλαγείς. Το είπε κι ο Μάικλ Τζόρνταν τον περασμένο μήνα: «Τα όρια, όπως οι φόβοι, είναι συχνά μια ψευδαίσθηση». Και η ύπαρξη ορίων στη σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα ασφαλώς και είναι ψευδαίσθηση. Δεν υπάρχει κανένα απολύτως όριο. Μπορείς να πεις ό,τι θέλεις, όσο εξωφρενικό κι αν είναι. Όσο θεαματικότερη είναι η παπάρα που θα υποστηρίζεις, τόσο μεγαλύτερη αίσθηση θα κάνεις. Και αφού είναι ανύπαρκτα τα κοινωνικά όρια, πρέπει να τσιτώνεις συνεχώς τα προσωπικά σου, ώστε να είσαι έτοιμος να λες πράγματα που θα φαίνονται ακραία ακόμα και σε σένα. Ώστε να μην βαρεθούν να αρρωσταίνουν μαζί σου. Ώστε να δουν ως που είσαι διατεθειμένος να φτάσεις. Κι έτσι θα τριγυρνούν όλοι γύρω από ό,τι γράφεις ή λες, σαν τις μύγες γύρω απ' το σκατό.
Η υπέρτατη φιλοδοξία σου θα είναι μια μέρα μετά από χρόνια να καταφέρεις να γίνεις κάτι σαν τη μπάλα θαλάσσης στο Σάντερλαντ - Λίβερπουλ. Να γίνεις η δεύτερη αντικανονική μπάλα στο γήπεδο πάνω στην οποία θα γκελάρει η κανονική, ώστε να αλλάζει πορεία και να μπαίνει στα δίχτυα, την ώρα που ο μπερδεμένος τερματοφύλακας θα προσπαθεί να αποκρούσει τη δική σου. Να είσαι το ξένο σώμα που θα μπαίνει στον αγωνιστικό χώρο (σαν κλίμα, σαν περιρρέουσα ατμόσφαιρα, σαν αποπροσανατολισμός) και θα επηρεάζει καθοριστικά το αποτέλεσμα. Να είσαι ο αληθινός πρωταγωνιστής.
Μα, θα ρωτήσεις, έχει σβήσει εντελώς η σημασία της σοβαρότητας, του κύρους; Φυσικά και όχι. Και τότε όσοι τα έχουν, δεν θα σε βάλουν στη γωνία; Το αντίθετο. Με στοργή και προδέρμ θα σε περιθάλψουν, θα σε φέρουν κοντά τους και θα σου ζητήσουν να τους βοηθήσεις να πουλήσετε μαζί. Την ίδια ώρα θα κατακρίνουν τον ευτελισμό στη δημοσιογραφία που έχουν φέρει τύποι σαν εσένα (αλλά ποτέ ονομαστικά εσύ). Καλός μπάτσος και κακός μπάτσος. Όλοι οι καλοί χωράνε. Κι όλοι οι κακοί. Σε δουλειά να βρισκόμαστε. Και σε δουλειά μας κρατάει μόνο ο -φυσικά επάρατος- οπαδισμός.
(Κείμενο γραμμένο για το «SMS» της «SportDay»)
Πέμπτη, Οκτώβριος 22, 2009
Site Specific
Mε την ευκαιρία της ανακαίνισης του «Floral», πραγματοποιήθηκε χθες βράδυ με κάθε λαμπρότητα η πρεμιέρα του site specific έργου του Δημήτρη Παπαϊωάννου «Πουθενά (αλλού στον κόσμο τέτοια γαμημένη καθήλωση)». Ο Παπαϊωάννου προσπάθησε να κατασκευάσει ένα έργο, αξιοποιώντας απογυμνωμένους τους -όχι ακριβώς- καινούργιους μηχανισμούς της Κεντρικής Σκηνής του Θεάτρου της Εθνικής μας Μεταπολιτευτικής Καθήλωσης: της Πλατείας Εξαρχείων. Προκειμένου την παράσταση να μπορέσει να παρακολουθήσει (από θεωρείο στον «Κάβουρα») και ο Αρχιεπίσκοπος, ο σκηνοθέτης διέταξε να καλυφθούν όλα τα επίμαχα σημεία των ερμηνευτών. Εξού και κρίθηκε απαραίτητο να διατηρηθούν τα κράνη των «Μπάτσων».
Τότε, σε μια εκδήλωση έντονης καλλιτεχνικής αντιζηλίας, ο δημιουργός του -ήδη μυθικού- «Νηρέα του Βάρα», Δημήτρης Παπαχρήστος, επιχείρησε να αφαιρέσει το κράνος από ερμηνευτή, γεγονός που έφερε αναπόφευκτα στη μνήμη τα αποτρόπαια γεγονότα του περασμένου Δεκέμβρη, όταν θεατρικές παραστάσεις -η καρδιά δηλαδή της Δημοκρατίας κατά τους Μάρκαρη, Θεοδωρόπουλο, Δοξιάδη- διακόπτονταν εξεγερτικώ δικαίω.
Όπως ήταν φυσικό, ο Παπαχρήστος προσήχθη στη ΓΑΔΑ για εξακρίβωση στοιχείων, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε διατελέσει εκφωνητής στο Πολυτεχνείο. Ειδοποιήθηκε τότε αμέσως ο Πρωθυπουργός, ο οποίος πρότεινε στον προσαχθέντα θέση Υφυπουργού στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Ο Παπαχρήστος αρνήθηκε επειδή θεώρησε ότι στο τηλέφωνο ήταν ο Θανάσης Λάλας (γέλια).
Τετάρτη, Οκτώβριος 21, 2009
O βοσκός κι ο λύκος
Αργά ή γρήγορα ο βοσκός θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα για όσους ανθρώπους γνώριζε. Θα τους το φώναζε κατάφατσα και τεντώνοντας το δάκτυλό του: «Είσαι λύκος! Είσαι λύκος!».Μια μέρα ο βοσκός αντιμετώπισε πρόβλημα. Άρχισε να φωνάζει σε βοήθεια: «Ένας άνθρωπος δεν υπάρχει; Ένας άνθρωπος;».
Οι λύκοι τον κοιτούσαν απαθείς.
Δεν γνώριζαν και οι ίδιοι αν σωστά τους είχε διαβάσει και ήταν λύκοι εξαρχής ή αν λάθος τους είχε διαβάσει και μετατράπηκαν σε λύκοι από πίκα.










